O DESGOSTO DO SELÊUCIDA
Desgostou-se o Selêucida
Dimítrios ao saber que na Itália
chegou um Ptolomeu em estado tão lastimável.
com três ou quatro servos somente;
vestes pobres e à pé. Assim acabará
por ser uma ironia, um escárnio em Roma
a sua linhagem. Que no fundo se tornaram
uma espécie de empregados dos Romanos
o sabe o Selêucida, que lhes dão
e lhes tomam seus tronos
arbitrariamente, como desejam, sabe-o.
Mas que pelo menos em sua aparência
mantenham alguma majestade;
que não esqueçam que ainda são reis,
chamam-se (ai de mim!) ainda reis.
Por isso confundiu-se o Selêucida
Dimítrios; e imediatamente ofereceu ao Ptolomeu
vestes de púrpura, diadema brilhante,
jóias de diamantes caríssimas, muitos
serviçais e acompanhantes, seus cavalos mais caros,
para apresentar-se em Roma devidamente,
como monarca Grego Alexandrino.
Mas o Lágida, que veio para a mendicância,
conhecia sua tarefa e recusou tudo;
não lhe eram úteis esses luxos de forma alguma.
Com roupas velhas, humilde, entrou em Roma,
e alojou-se na casa de um pequeno artesão.
E depois apresentou-se como um infeliz
no senado e como miserável,
para assim mendigar com mais eficácia.
[56, 1915]
Η ΔΥΣΑΡΕΣΚΕΙΑ ΤΟΥ ΣΕΛΕΥΚΙΔΟΥ
Δυσαρεστήθηκεν ο Σελευκίδης
Δημήτριος να μάθει που στην Ιταλία
έφθασεν ένας Πτολεμαίος σε τέτοιο χάλι.
Με τρεις ή τέσσαρες δούλους μονάχα·
πτωχοντυμένος και πεζός. Έτσι μια ειρωνία
θα καταντήσουν πια, και παίγνιο μες στην Pώμη
τα γένη των. Που κατά βάθος έγιναν
σαν ένα είδος υπηρέται των Pωμαίων
το ξέρει ο Σελευκίδης, που αυτοί τους δίδουν
κι αυτοί τους παίρνουνε τους θρόνους των
αυθαίρετα, ως επιθυμούν, το ξέρει.
Aλλά τουλάχιστον στο παρουσιαστικό των
ας διατηρούν κάποια μεγαλοπρέπεια·
να μη ξεχνούν που είναι βασιλείς ακόμη,
που λέγονται (αλλοίμονον!) ακόμη βασιλείς.
Γι’ αυτό συγχίσθηκεν ο Σελευκίδης
Δημήτριος· κι αμέσως πρόσφερε στον Πτολεμαίο
ενδύματα ολοπόρφυρα, διάδημα λαμπρό,
βαρύτιμα διαμαντικά, πολλούς
θεράποντας και συνοδούς, τα πιο ακριβά του άλογα,
για να παρουσιασθεί στην Pώμη καθώς πρέπει,
σαν Aλεξανδρινός Γραικός μονάρχης.
Aλλ’ ο Λαγίδης, που ήλθε για την επαιτεία,
ήξερε την δουλειά του και τ’ αρνήθηκε όλα·
διόλου δεν του χρειάζονταν αυτές η πολυτέλειες.
Παληοντυμένος, ταπεινός μπήκε στην Pώμη,
και κόνεψε σ’ ενός μικρού τεχνίτου σπίτι.
Κ’ έπειτα παρουσιάσθηκε σαν κακομοίρης
και σαν πτωχάνθρωπος στην Σύγκλητο,
έτσι με πιο αποτέλεσμα να ζητιανέψει.
[56, 1915]
Organização: R. M. Sulis
Tradução: R. M. Sulis, M. P. V. Jolkesky, A. T. Nicolacópulos