UM DEUS DELES
Quando algum deles passava pelo mercado
da Selêucia, pela hora em que anoitece,
como um rapaz alto e perfeitamente belo,
com a alegria da imortalidade nos olhos,
com seus cabelos negros aromatizados,
os passantes olhavam-no
e um ao outro perguntava se o conhecia,
e se era Grego da Síria, ou estrangeiro. Mas alguns,
que observavam com mais atenção,
percebiam e afastavam-se;
e enquanto perdia-se sob as arcadas,
em meio às sombras e em meio às luzes da noite,
indo para o bairro que somente
à noite vive, com orgias e licenciosidade,
e embriaguez de todo tipo e lascívia,
divagavam qual Deles seria,
e por qual gozo suspeito seu
desceu às ruas da Selêucia
das Veneráveis, Excelsas Moradas.
[63, 1917]
ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΤΩΝ
Όταν κανένας των περνούσεν απ’ της Σελευκείας
την αγορά, περί την ώρα που βραδυάζει,
σαν υψηλός και τέλεια ωραίος έφηβος,
με την χαρά της αφθαρσίας μες στα μάτια,
με τ’ αρωματισμένα μαύρα του μαλλιά,
οι διαβάται τον εκύτταζαν
κι ο ένας τον άλλονα ρωτούσεν αν τον γνώριζε,
κι αν ήταν Έλλην της Συρίας, ή ξένος. Aλλά μερικοί,
που με περισσοτέρα προσοχή παρατηρούσαν,
εκαταλάμβαναν και παραμέριζαν·
κ’ ενώ εχάνετο κάτω απ’ τες στοές,
μες στες σκιές και μες στα φώτα της βραδυάς,
πηαίνοντας προς την συνοικία που την νύχτα
μονάχα ζει, με όργια και κραιπάλη,
και κάθε είδους μέθη και λαγνεία,
ερέμβαζαν ποιος τάχα ήταν εξ Aυτών,
και για ποιαν ύποπτην απόλαυσί του
στης Σελευκείας τους δρόμους εκατέβηκεν
απ’ τα Προσκυνητά, Πάνσεπτα Δώματα.
[63, 1917]
Επιμέλεια: Ρ. Μ. Σούλης
Μετάφραση: Ρ. Μ. Σούλης, Μ. Π. Β. Ζολκέσκυ, Α. Θ. Νικολακόπουλος